Art Living: Άννα Εμμανουήλ

Art Living: Άννα Εμμανουήλ

Art Living: Άννα Εμμανουήλ 1280 720 Art Podcast
Γράφει η Άννα Εμμανουήλ (Ειδική Παιδαγωγός – Ποιήτρια – Digital Artist).

Συνδεθείτε μαζί της στο Instagram.


Ο Έρωτας που έγινε Ποίηση…

 

Πριν γίνω λέξεις, ήμουν βλέμμα…

Δεν ξέρω αν ήταν η πρώτη μου επαφή με την ποίηση ή απλώς η πρώτη φορά που κάποιος με κοίταξε με έναν τρόπο που με έκανε να σωπάσω. Ήμουν 22, μ’ εκείνη την ανυπόμονη σιωπή που κουβαλάς, λίγο πριν γίνεις κάτι, λίγο πριν αποφασίσεις τι.

Ήταν απόγευμα, έχοντας τελειώσει τη διάλεξη, σε ένα παλιό παγκάκι με αντίκρυ τη θάλασσα, εκεί που τα δέντρα ρίχνουν μια σκιά σαν κουβέρτα μπαλωμένη από παιδικά γέλια. Είχε μόλις βρέξει και τα πάντα μύριζαν βροχή όπως πέφτει στο μουσκεμένο χώμα. Σ’ ένα παγκάκι καθόταν εκείνος. Ήσυχος. Σκυμμένος πάνω από ένα βιβλίο. Όχι σχολικό. Το εξώφυλλο ήταν σκισμένο. Στάθηκα πιο πέρα, χωρίς λόγο. Ίσως από περιέργεια. Ίσως επειδή είχε έναν αέρα ανθρώπου που ακούει τη βροχή και την καταλαβαίνει.

Κάποια στιγμή σήκωσε το βλέμμα. Ανάμεσα πλήθος. Με αντίκρυσε. Δε μου μίλησε. Δεν του μίλησα. Αλλά κάτι συνέβη. Ένα σκίρτημα, μια διακοπή, σαν εκείνη τη μικρή παύση όταν πέφτει το ρεύμα και μένεις μέσα στο μισοσκόταδο. Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε κάτι. Τότε έσκισε ένα κομμάτι σελίδας και μου το έδωσε «Βράχος να γίνομαι…»

Την επόμενη μέρα, πήγα στη βιβλιοθήκη. Ζήτησα “ποίηση”. Η βιβλιοθηκάριος με κοίταξε λίγο παραξενεμένη. Μου έδωσε ένα βιβλίο του Ρίτσου. Το άνοιξα στη μέση, τυχαία.

 

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,

αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,

αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο…»

 

Στάθηκα σ’ αυτόν τον στίχο για ώρα. Μου έμοιαζε. Με αγκάλιαζε εκεί που δεν έφτανε κανείς. Η ποίηση, σκέφτηκα, είναι αυτό που συμβαίνει όταν νιώθεις κάτι μεγάλο και το στόμα σου είναι μικρό. Και τότε γράφεις.

Άρχιζα να γράφω αλλιώς. Σε εκείνη τη γλώσσα που μπορείς να την αγγίζεις χωρίς να την βλέπεις. Μόνο την αισθάνεσαι.

Δεν έγραψα αμέσως. Τον έβλεπα κάθε μέρα. Δεν μιλούσαμε πολύ. Κάποιες λέξεις που έκρυβαν νόημα, μερικά αστεία, κάποιες ματιές που αργούσαν να γυρίσουν αλλού. Είχε έναν τρόπο να περνάει δίπλα μου και να μοσχοβολάει κάτι ανάμεσα σε καφέ φίλτρου και καύση μυρωδικών.

Το πρώτο μου ποίημα το έγραψα ένα βράδυ του Μαρτίου. Απάνω στο κρεβάτι. Το χαρτί ήταν ήδη εκεί. Στο κομοδίνο υπήρχε. Άνοιξα τη λάμπα. Και το άρπαξα μαζί με ένα στυλό. Δεν ξέρω πώς. Σαν να με περίμενε.

Έγραψα χωρίς σκέψη, με το φως του διαδρόμου να φωτίζει λίγο – όσο να μη χαθώ:

“Εσύ είσαι ο ήλιος.

Κι εγώ να ντυθώ τα πιο λατρευτά πετράδια,

Να στα προσφέρω με τα μαλλιά και τα χείλη μου.

Να γίνω η αγάπη που ποτέ δεν αντίκρισες…”

Όταν τελείωσα, ήμουν πιο άδεια κι από το χαρτί. Και πιο γεμάτη απ’ ό,τι είχα υπάρξει ποτέ. Δεν ήξερα αν αυτό που έγραψα ήταν καλό ή κακό. Ήξερα μόνο ότι είχε μέσα του εμένα, και εκείνον. Όχι το όνομά του — μόνο τη σκιά του. Τη ζεστασιά της παρουσίας του, τη σιωπή που μου άφηνε χώρο να υπάρχω.

Κάθε φορά που με κοίταζε, άκουγα μέσα μου έναν στίχο να γεννιέται. Κάθε φορά που μιλούσαμε για ασήμαντα πράγματα, κάτι σημαντικό έβραζε από κάτω. Κάθε φορά που με χάιδευε. Που με φιλούσε. Που μου έκανε έρωτα.

Από τότε γράφω. Πάντα για εκείνον. Πάντα με εκείνον μέσα μου. Είναι η πρώτη μου λέξη που δεν ήταν ακριβώς δική μου. Το πρώτο ποίημα που μου δόθηκε χωρίς να το ζητήσω.

Από έρωτα. Τόσο μεγάλο. Τον πιο μεγάλο της ζωής μου. Που χώρεσε αιώνες ολόκληρους μέσα στην καρδιά μου. Σαν να τον γνώριζα χρόνια πριν, και να τον συνάντησα ξανά στο τώρα. Ήταν η ποίηση χαραγμένη στο βλέμμα του. Τα χιλιάδες γράμματα και οι λέξεις που σκαλίσαμε μαζί πάνω στην πέτρα.

Το όνομά σου.

Το όνομά μου.

Η μεγάλη αγάπη μας.

Ποίηση…

Back to top