Γράφει ο Νίκος Ζουρνής (τραγουδοποιός).
Συνδεθείτε μαζί του στο Instagram και στο Facebook.
Έτσι ξεκίνησαν όλα…
Μεγαλώνω στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, μία παραθαλάσσια κωμόπολη, ανάμεσα στον Ελικώνα και τον Παρνασσό. Από το μπαλκόνι βλέπουμε συνέχεια καράβια. Η πρώτη λέξη που λέω είναι «πλοίο» και δείχνω προς τη θάλασσα.
Οι μουσικές μνήμες γεννιούνται αρχικά στην αγκαλιά των γονιών μου, ακούγοντάς τους να μου τραγουδούν παραδοσιακά, ρεμπέτικα και έντεχνα τραγούδια.
Τα καλοκαίρια ακούω κλαρίνα και μπουζούκια από τη διπλανή πλατεία ή βιολιά στην Αμοργό που πηγαίνουμε λόγω της καταγωγής της μητέρας μου. Όλοι στην οικογένειά της ναυτικοί κι εγώ ανάμεσά τους να μαγεύομαι από αφηγήσεις ταξιδιών. Ωστόσο, με κεντρίζει και η μουσική.
Μία φορά, τεσσάρων-πέντε χρονών, αργά τη νύχτα, ξυπνάω στον ύπνο μου από το «Ζεϊμπέκικο Της Ευδοκίας» που παίζει η μπάντα στην πλατεία και μάλλον το ακούω για πρώτη φορά. Οι γονείς μου δίπλα κοιμούνται. Συγκλονισμένος από τη μελωδία και τον ρυθμό, σηκώνομαι με τις πιτζάμες μέσα στο σκοτάδι και χορεύω αθόρυβα, απορημένος με αυτό που μου συμβαίνει. Φοβάμαι μην ξυπνήσουν οι γονείς μου και τρομάξουν. Ή πουν ότι το παιδί τρελάθηκε. Ωστόσο, σαν να μην μπορώ να κάνω αλλιώς, συνεχίζω. Κλείνει η ορχήστρα το κομμάτι και πέφτω λυτρωμένος στο κρεβάτι. Η ανάμνηση αυτή, να χορεύω στο σκοτάδι μία ουράνια μουσική, χαράσσεται μέσα μου για πάντα.
Οι πρώτες φορές που συναντάω πιάνο σε σπίτια φίλων ή συγγενών είναι εκρηκτικές. Κάθομαι εκεί με τις ώρες και το κοπανάω. Δεν παίζω με τα υπόλοιπα παιδιά. Δεν σηκώνομαι με τίποτα. Αγκαλιάζω το πιάνο και με τραβάνε για να ξεκολλήσω.
Ζητάω με κλάματα να κάνω μαθήματα πιάνου. Μόλις ξεκινάω, ζητάω με κλάματα να σταματήσω. Δε μου αρέσουν. Κρίμα. Δεν ξανασχολούμαι άμεσα με το θέμα.
Εφηβεία, κασέτες, καλοκαίρια και παραλίες στην Αμοργό. Εγώ λύνω και δένω βάρκες στο λιμάνι. Ο πρώτος μου ξάδερφος Στέλιος παίζει κιθάρα τα βράδια και γύρω-γύρω όλοι. Μπαίνω πια στο λύκειο και ονειρεύομαι να γίνω καπετάνιος. Ωστόσο, εκεί στην παραλία, αποφασίζω ότι το επόμενο καλοκαίρι θα παίζω κι εγώ κιθάρα στην παρέα.
Γυρίζουμε Άσπρα Σπίτια και βρίσκω στο πατάρι μία κιθάρα του πατέρα μου σε κακή κατάσταση. Τη φτιάχνουμε κάπως και αρχίζει μία άλλη ζωή. Είμαι με το όργανο αγκαλιά άπειρες ώρες κάθε μέρα. Πρώτο τραγούδι που παίζω η «Ωδή Στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» του Σαββόπουλου.
Το επόμενο καλοκαίρι έχω ρεπερτόριο. Πυξ Λαξ, Καζούλη, Κατσιμιχαίους, Περίδη, Μάλαμα, Παπάζογλου, Μικρούτσικο… Τραγουδάμε συνεχώς. Ένα βράδυ, μας καταβρέχουνε από ένα μπαλκόνι αλλά βάζουμε μία μεγάλη ομπρέλα παραλίας και συνεχίζουμε. Ήδη γράφω και δικά μου τραγούδια.
Δευτέρα Λυκείου πάω ωδείο στη Λιβαδειά. Κλασική κιθάρα και θεωρητικά. Ταυτόχρονα, παίζουμε ρεμπέτικα με τους συμμαθητές μου, επηρεασμένοι από τον περιώνυμο ρεμπέτη της περιοχής, τον «Κακούργο».
Φτάνουμε στις πανελλήνιες πια. Στο μηχανογραφικό, αντί να βάλω τραγιάσκα και Εμποροπλοιάρχων όπως ονειρευόμουν πάντα, επιλέγω το τμήμα Μουσικών Σπουδών στην Αθήνα. Από εκεί και μετά ξεκινάει ένα άλλο μεγάλο ταξίδι που θα το αφηγηθώ μίαν άλλη φορά.